διαστροφή


διαστροφή
[диастрофи] ουσ. Θ. испорченность, развращенность

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαστροφή" в других словарях:

  • διαστροφῇ — διαστροφή twisting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστροφή — twisting fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστροφή — η (AM διαστροφή) 1. εκτροπή μέλους τού ανθρώπινου σώματος (οστού, μυός, τένοντος κ.λπ.) από τη φυσιολογική θέση, εξάρθρωση, βγάλσιμο 2. στράβωμα, παραμόρφωση 3. (με ηθική έννοια) μεταβολή προς το χειρότερο, εξαθλίωση, διαφθορά 4. παραμόρφωση,… …   Dictionary of Greek

  • διαστροφή — η (μτφ.) 1. η παραμόρφωση, η διαστρέβλωση, η αλλοίωση: Οι κακές παρέες τον οδήγησαν στη διαστροφή του χαρακτήρα του. 2. (ιατρ.), αλλοίωση φυσιολογικής γενετήσιας, νοητικής ή ψυχικής λειτουργίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαστρόφη — διά στροφάω turn hither and thither pres imperat act 2nd sg (doric) διά στροφάω turn hither and thither pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) διά στροφάω turn hither and thither imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) διά στροφέω cause… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστροφῆι — διαστροφῇ , διαστροφή twisting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστροφαῖς — διαστροφή twisting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστροφαί — διαστροφή twisting fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστροφῆς — διαστροφή twisting fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστροφῇσι — διαστροφή twisting fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)